Κοζάνη, λιγνίτης και Δυτική Μακεδονία: το τέλος μιας εποχής χωρίς σχέδιο για την επόμενη. Ανάπτυξη που μένει στα λόγια
Η Κοζάνη δεν είναι πόλη-φάντασμα. Ακόμη. Όπως η Καστοριά και η Φλώρινα.
Όμως
όποιος περπατήσει σήμερα στο κέντρο της, ειδικά τις ώρες που άλλοτε
έσφυζε από ζωή, δεν μπορεί να αγνοήσει τα σημάδια μιας βαθιάς μετάβασης
που παραμένει ανολοκλήρωτη. Κλειστά καταστήματα, λιγότερες φωνές,
περισσότερη σιωπή. Μια πόλη που μοιάζει να κρατά την ανάσα της,
περιμένοντας να δει αν το αύριο θα έρθει ή αν θα χαθεί κι αυτό στις
υποσχέσεις.
Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο την
Κοζάνη. Είναι κοινή σε ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία: Πτολεμαΐδα,
Αμύνταιο, Φλώρινα, Καστοριά, Γρεβενά. Μια περιοχή που για δεκαετίες
σήκωσε στους ώμους της την ενεργειακή καρδιά της χώρας και σήμερα
καλείται να επιβιώσει χωρίς το καύσιμο που τη διαμόρφωσε κοινωνικά,
οικονομικά και πληθυσμιακά.
Η απολιγνιτοποίηση παρουσιάστηκε ως
εθνικό στοίχημα και περιβαλλοντική αναγκαιότητα. Στην πράξη, όμως, για
τη Δυτική Μακεδονία λειτούργησε ως μια απότομη τομή, χωρίς επαρκές
σχέδιο αντικατάστασης. Χιλιάδες θέσεις εργασίας χάθηκαν ή
υποβαθμίστηκαν, ολόκληροι επαγγελματικοί κλάδοι συρρικνώθηκαν και η
τοπική οικονομία μπήκε σε τροχιά αβεβαιότητας.
Στην Κοζάνη, η απολιγνιτοποίηση δεν
ήταν απλώς ενεργειακή πολιτική. Ήταν κοινωνικό σοκ. Ο λιγνίτης δεν
έδινε μόνο δουλειές, έδινε λόγο παραμονής. Σήμερα, πολλοί νέοι άνθρωποι
κοιτούν προς άλλες πόλεις ή το εξωτερικό, όχι από φιλοδοξία, αλλά από
ανάγκη.
Το δημογραφικό αποτύπωμα είναι
πλέον ορατό. Η Δυτική Μακεδονία γερνά, συρρικνώνεται, χάνει πληθυσμό με
ρυθμούς που προκαλούν ανησυχία. Στις γειτονιές της Κοζάνης, οι
ηλικιωμένοι είναι περισσότεροι από τα παιδιά. Τα σχολεία παλεύουν να
κρατήσουν τμήματα, ενώ τα ενοικιαστήρια πολλαπλασιάζονται.
Η αίσθηση εγκατάλειψης από το
κέντρο είναι διάχυτη. Οι αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από την
πραγματικότητα της περιοχής, με τη Δυτική Μακεδονία να αντιμετωπίζεται
συχνά ως «ειδική περίπτωση» στα χαρτιά και όχι ως ζωντανός τόπος που
χρειάζεται άμεσες, γενναίες πολιτικές.
Η Κοζάνη και η Δυτική Μακεδονία δεν
ζητούν οίκτο. Ζητούν σχέδιο. Ζητούν κίνητρα για παραγωγικές επενδύσεις,
πραγματικές θέσεις εργασίας, φορολογική ελάφρυνση, στήριξη της τοπικής
επιχειρηματικότητας. Ζητούν να μην είναι απλώς «περιοχή μετάβασης», αλλά
περιοχή προοπτικής.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να
σημαίνει κοινωνική ερήμωση. Αν η Πολιτεία δεν επενδύσει ουσιαστικά στον
τόπο και τους ανθρώπους του, τότε ο κίνδυνος είναι υπαρκτός: η Κοζάνη
να μην γίνει ποτέ πόλη-φάντασμα, αλλά να παραμείνει για χρόνια μια πόλη
σε αναμονή.
Ιδιαίτερη ευθύνη φέρουν οι
κυβερνητικοί βουλευτές της περιοχής. Εκλεγμένοι για να εκπροσωπούν τη
φωνή της Κοζάνης και συνολικά της Δυτικής Μακεδονίας, περιορίστηκαν σε
ρόλο θεατή την ώρα που η απολιγνιτοποίηση προχωρούσε χωρίς σχέδιο και
χωρίς ουσιαστικά αντισταθμιστικά μέτρα. Αντί για συγκρούσεις,
διεκδικήσεις και καθαρές θέσεις, επιλέχθηκε η σιωπή, οι γενικόλογες
δηλώσεις και οι φωτογραφίες σε συσκέψεις χωρίς αποτέλεσμα. Και όσο η
περιοχή αδειάζει, η απουσία πολιτικής πίεσης γίνεται ολοένα και πιο
κραυγαλέα.
Και η αναμονή, όταν κρατά πολύ, γίνεται φθορά.